Ένα αυθεντικό χωριό στα πισινά χωριά του Ταϋγέτου κι ένας νέος άνθρωπος που επιμένει να δίνει πνοή στον τόπο του!

Η Αρτεμισία Ταϋγέτου, γαργαλάει τον χρόνο μέχρι να τον ξεγελάσει, επιμένοντας σε μια ξεχασμένη αυθεντικότητα, που κάνει αυτά τα χωριά μοναδικά.
Για να βρούμε τη θέση μας στον χάρτη, αρκεί να πάμε στα πρόβουνα του Ταϋγέτου, στην πίσω πλευρά του βουνού. Για να ξεκαθαρίσουμε λίγο τα πράγματα, ο Ταΰγετος είναι η μεγαλύτερη οροσειρά της Πελοποννήσου. Ο Προφήτη Ηλίας (Πυραμίδα) είναι η ψηλότερη κορυφή του βουνού, με υψόμετρο 2.407 μ.

Μπροστινή πλευρά του Ταϋγέτου, λέμε τη μεριά που βλέπει στη Λακωνία και την κοιλάδα της Σπάρτης. Είναι απότομος ο όγκος του βουνού που πέφτει πάνω από την πόλη και μοιάζει σαν κάποιος γίγαντας, να έχει κόψει τα βράχια με τσεκούρι. Πισινή πλευρά, λέμε τη μεριά της Μεσσηνίας, εκεί όπου βλέπεις πολλά μικρότερα βουνά, να συνθέτουν μια πιο ομαλή οροσειρά.



Η Αρτεμισία λοιπόν είναι ένα από τα πολλά πισινά χωριά, στα πρόβουνα του Μεσσηνιακού Ταϋγέτου. Χτισμένο στα 700 μέτρα υψόμετρο, αυτό το χωριό στις δόξες του, ήταν ένα αξιόλογο κεφαλοχώρι της περιοχής. Αρκεί να σκεφτεί κανείς, πως διέθετε δικαστήριο, ληξιαρχείο και αστυνομία. Κι αν αυτό φαντάζει παράξενο, αρκεί να σου θυμίσω, πως πριν από μερικές δεκαετίες (όχι δηλαδή και πολύ πίσω στον χρόνο), αυτή ήταν μια συνηθισμένη εικόνα στα χωριά που σήμερα θεωρούμε ερημωμένα και άνευ σημασίας, για το κέντημα της ελληνική επαρχίας.
Γνωστή η Αρτεμισία από τα ομηρικά έπη, φημισμένη για τα εύφορα αμπέλια της και για το ξεχωριστό κρασί της, διέθετε το Ιερό της Λιμνάτιδος Αρτέμιδος όπου ένωνε αλλά και δίχαζε τους Λάκωνες με τους Μεσσήνιους. Η πορεία του χωριού σε όλες τις εποχές της ιστορίας, στιγμάτιζε τα γεγονότα. Με την κάθοδο των Σλάβων ο οικισμός ονομάστηκε Τσερνίτσα. Τότε ήταν που το σύμπλεγμα των χωριών Αλαγονία, Νέδουσα, Αρτεμισία, Λαδά, Καρβέλι και Πηγές, ονομάστηκε γενικά ως “πισινά χωριά” του Ταϋγέτου. Γεγονός που προέκυψε από τη ένταξή τους στη διοίκηση του Μυστρά (μπροστινή πλευρά του βουνού).



Η συμβολή του τόπου στην Επανάσταση του ’21 ήταν κάτι περισσότερο από κομβική, αφού τα γύρω μοναστήρια αποτέλεσαν τα ορμητήρια των αρματολών. Μην ξεχνάμε πως τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, η περιοχή έσφυζε από ζωή. Το σύστημα ημιαυτονομίας που όριζε ο Μυστράς, εξασφάλιζε περισσότερες ελευθερίες στους ντόπιους αλλά και σε όλους όσους έφταναν να εγκατασταθούν εδώ, ώστε να γλιτώσουν από τον τούρκικο ζυγό.




Στην κεντρική εκκλησία του χωριού, Υπαπαντή του Κυρίου, η σιδερένια πόρτα αποτελεί ιστορικό μνημείο. Εδώ λοιπόν στις 4 Αυγούστου το 1943, έγινε η μάχη μεταξύ Ιταλικών δυνάμεων κατοχής και Ελλήνων. Οι τρύπες στην πόρτα είναι από σφαίρες όπως αναγράφει η πινακίδα και έχουν μείνει από τότε, ως έχει.
Στα γραφικά σοκάκια του χωριού περπατάς στις γειτονιές και μυρίζεις τα λουλούδια από τις γλάστρες. Παρά την ερήμωση, αξίζει μια βόλτα με πέρασμα οπωσδήποτε από την εκκλησία με το ιστορικό μνημείο και το παλιό σχολαρχείο το οποίο σήμερα λειτουργεί ως Λαογραφικό Μουσείο και Πινακοθήκη Αρτεμισίας. Ωστόσο δεν είναι ανοιχτά όλο τον χρόνο.

Η Αρτεμισία είναι το μοναδικό χωριό που συναντάμε στην πισινή πλευρά του Ταϋγέτου, οδηγώντας τη θρυλική επαρχιακή οδό, που συνδέει τη Σπάρτη με την Καλαμάτα. Πριν τη λειτουργία του αυτοκινητόδρομου που ενώνει τις δυο πρωτεύουσες του νότου, για να μετακινηθείς από τη μία πόλη στην άλλη, έκανες αυτή τη φανταστική διαδρομή.
Κι αν σήμερα η άνεση ενός κλειστού αυτοκινητόδρομου είναι γρηγορότερη (και ακριβότερη), τότε ο μονόδρομος του βουνού αποτελούσε μια περιπέτεια, αν θες. Φαντάσου πως έπρεπε να ανέβεις το βουνό και να το ξανά κατέβεις, όποιος κι αν ήταν ο προορισμός σου. Όμως, οι εικόνες που έβλεπες ήταν πολύτιμες.



Όπως ανεκτίμητα ήταν και τα καλούδια που ψώνιζες από τους ντόπιους, σε πρόχειρες παράγκες στον δρόμο σου. Τότε το ταξίδι διαρκούσε περισσότερο, φαντάσου τις μικρές ταβέρνες καθ’ οδόν και το λεωφορείο που έκανε το μισό δρομολόγιο, αλλάζοντας οι επιβάτες λεωφορείο για τον άλλο νομό, στη μέση της διαδρομής.
Κι ύστερα κλείσε τα μάτια και χάιδεψε τον χρόνο με τα ακροδάχτυλά σου. Αφουγκράσου τις φωνές των ανθρώπων, μύρισε το τσάι και τη ρίγανη. Γεύσου τραγανά κεράσια το καλοκαίρι και κάστανα το φθινόπωρο. Είπαμε: άλλες εποχές.

Αλλά να που σήμερα, αυτός ο τόπος ζωντανεύει ξανά και γίνεται από πέρασμα, στέκι! Πώς; Με το καφενείο – μπακάλικο – ταχυδρομείο – ό, τι προκύψει στο χωριό. Γιατί σε αυτά τα μέρη όπως και τότε, έτσι και τώρα, το καφενείο ήταν κάτι σαν κέντρο. Εκεί που θα ψώνιζες, θα έπινες καφέ, θα μάθαινες τα νέα, θα τσίμπαγες κάτι το μεσημέρι μετά τις δουλειές στο χωράφι.
Χωριό δίχως καφενείο και σχολείο, είναι ένα σιωπηλό χωριό. Κι αφού πια δεν είναι ανοιχτά τα σχολεία στα χωριά, τα καφενεία γίνονται οι στυλοβάτες. Δεν είναι τυχαίο που παλιά ο δάσκαλος, ο παπάς και ο πρόεδρος, έχριζαν μεγάλης εκτίμησης και σεβασμού. Ήταν τέτοιος ο ρόλος τους (και η όποια μόρφωση του καθενός) που οι ίδιοι και οι υπηρεσίες τους, ήταν σημαντικά για έναν τόπο.



Το στέκι του Μιχάλη θα βρεις όλα τα παραπάνω. Καφέ, γλυκό του κουταλιού, τσίπουρο, μεζέ, τους λογαριασμούς σου (ίσως και κανένα γράμμα), τη μπακαλική σου και ένα πελώριο χαμόγελο του ίδιου και όλων όσων απαρτίζουν την ομάδα του καφενείου. Και μην φαντάζεσαι για κανέναν σοφό γέροντα που βρήκε απάγκιο στις ρίζες του. Κάνε εικόνα έναν νεαρό, που γύρεψε να επιστρέψει στη φύση που τον καλούσε.
Κάπως έτσι, έφτασε να συντηρεί ένα ολόκληρο χωριό με την παρουσία του και όλα όσα αντιπροσωπεύει αυτή! Αν κάνεις αυτή τη μαγευτική διαδρομή στο βουνό, έχε υπόψη σου πως δεν θα διαβείς απλώς έναν δρόμο. Θα ζήσεις την απόλυτη ορεινή εμπειρία, ανάμεσα σε δυο νομούς κι ένα βουνό, που περισσότερο ενώνει, παρά χωρίζει!



Αν σου άρεσε η Αρτεμισία Ταϋγέτου, ακολούθησέ με και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: Facebook, Instagram, YouTube και Tik Tok!
Υπογραφή
Karidotsouflο ή Ελένη